Μια άλλη σύνθεση τοίχου

Μέσα στο υπνοδωμάτιο δυο όμορφα εφηβικά κομοδίνα ήταν για λίγο κάτω από το φεγγάρι, κι ύστερα πιο χα­μηλά, και πιο χαμηλά, ξανά και ξανά, αργά, αργά κι α­παλά και μέσα κι έξω, όπως μια άλλη σύνθεση τοίχου θα οδη­γούσε με το φως του κεριού έναν άγνωστο εραστή στα άδυτα μονοπάτια του κορμιού της. Έτσι, σε σόλο ερω­τικό, αφιερωμένη στη σεληνιακή λατρεία του κορμιού της, ερωτοτροπούσε ώρα πολλή με το φεγγάρι, η απα­λή αναπνοή της ανασήκωνε ρυθμικά τα ράφια του κλασικού μπουφέ, ώσπου ένας άφωνος λυγμός τίναξε το κορμί της.
Μια βραδιά, στο μεγάλο καύσωνα, κολυμπούσαμε με τη Βάσια στο κρεβάτι, όταν ένιωσα στην πλάτη μου το δικό της βλέμμα ξάπλωσα κι έφερα τη Χριστίνα από πάνω, κι είδα τότε από τη χαραμάδα της πόρτας, που αφήναμε μισάνοιχτη για να δροσίσει, τα μάτια της, δυο μικρά αβέβαια άστρα να λάμπουν αλλόκοτα, λες κι ή­θελε να παρεμβληθεί ανάμεσα στα ζευγαρωμένα ξύλινα κρεβάτια. Το πρωί, καθώς σηκωνόμασταν, μπαίνει ξενυχτισμένη και λέει: Α! Εδώ δεν έχει καθόλου φως, ας ανάψουμε εκείνο πάνω στο τραπέζι!

τραπεζάρα

πάρε το τραπέζι και τρέχα

Η ακο­λουθία των νέων επίπλων

Σε τρίγωνο σαλόνι και  τρίγωνο ή παραλληλό­γραμμο τραπέζι, κι όλο ν’ αλλάζει και ν’ αλλάζει κι όμως να μένει πάντα το ίδιο έπιπλο.
Το δωμάτιο μου μικραίνει, το δωμάτιο των παιδιών εξαφανίζεται, ο διάδρομος μακραίνει και στο βάθος του αντικριστά βρίσκονται δύο δωμάτια, το ένα δικό μου και της γυναίκας μου, στο άλλο απέναντι κοιμούνται τα παιδιά. Σε μια εποχή όπου όλοι οι νέοι άνθρωποι έμοιαζαν μεταξύ τους, κι αν περνούσαν, όχι τριάντα χρόνια, αλλά μόνο δέκα λεπτά δεν μπορούσες να τους θυμηθείς, αυτοί οι δύο άνθρωποι αποτελούσαν μιαν ανεπανάληπτη πρωτοτυπία, πέρα από την ακο­λουθία των νέων επίπλων των νέων γενεών, πέρα από κάθε γνωστή αναφορά, από κάθε πριν, κάθε μετά. Εξαίρεση στον κανόνα τα νέα έπιπλα Κόρινθος . Από τότε, το καλούπι στο οποίο τους έχυσε ο Θεός ή ο Διάβολος πρέπει να ‘χει χαθεί.
Οι πρώτες γκρίζες τρίχες στο μουστάκι μου ξανα-μαυρίζουν, οι δύο ρυτίδες κάτω απ’ τα γαλάζια μάτια της γυναίκας σβήνουν, η κουζίνα μας μικραίνει, το γρα­φείο μου μεταμορφώνεται σ’ εκείνο το κυκλοθυμικό τρα­πεζάκι κουζίνας.

Τα διασημα καταστηματα επιπλων

Εκείνα τα λεπτά έπιπλα έμειναν μετέωρα στον αέρα, ο χρό­νος είχε σταματήσει. Κοίταζε τα σαλόνια μπροστά. Οι ματιές τους τους μετέφεραν στην Τάιμς Σκουέαρ, τα είδη διακόσμησης στην  Λαφαγιέτ,  το Σέντραλ Παρκ, να δει τις βρώμικες γέφυρες στο Μπρούκλιν, στην Αστόρια και το Μπρονξ, να χαζέψει τους γλάρους που κόβαν κυκλικές βόλτες στις αποβάθρες του λιμανιού, να φτάσει ως τη Γουόλ Στριτ κι αντίθετα ως τις παρυφές του Χάρλεμ, να αγοράσει στρώματα στην Τσάινατάουν, να πάει στα σινεμά, εκεί που ξενυχτούσε η άστεγη αλητεία βλέποντας πέντ’ έξι φορές το ίδιο έργο μέχρι να ‘ρθει το πρωί. Δεν πρόσεχε  το συγκεκριμένο έπιπλο. Είχε α­φαιρεθεί, βλέποντας το όμορφο σχέδιο του μπουφέ, βάδιζε και απολάμβανε την ατμόσφαιρα του δρόμου κι αφέθηκε στο αξεδιάλυτο ακόμα μυστήριο του ταξιδιού του για αγορές στην Αμερική.
Ανέβαινε την Μπρόντγουεϊ, σ’ ένα ανοιξιάτικο σού­ρουπο, που το ξύριζε ο κρύος αέρας από το Σέντραλ Παρκ, οι πολύχρωμες βιτρίνες με τα μικροέπιπλα είχαν ανάψει, τα διά­σημα καταστήματα επίπλων και τα σινεμά-σύμβολα έλαμπαν κι είχαν ήδη σχηματιστεί οι πρώτες ουρές, όταν μια κολλαριστή αλλά ελκυστική γυναίκα, με αρχοντικό βάδισμα, μ’ έ­να κίτρινο ταγέρ της τελευταίας ευρωπαϊκής μόδας κι ένα πακέτο είδη διακόσμησης πολυτελείας γνωστού οίκου στο δεξί της χέρι.