Εκείνα τα λεπτά έπιπλα έμειναν μετέωρα στον αέρα, ο χρόνος είχε σταματήσει. Κοίταζε τα σαλόνια μπροστά. Οι ματιές τους τους μετέφεραν στην Τάιμς Σκουέαρ, τα είδη διακόσμησης στην Λαφαγιέτ, το Σέντραλ Παρκ, να δει τις βρώμικες γέφυρες στο Μπρούκλιν, στην Αστόρια και το Μπρονξ, να χαζέψει τους γλάρους που κόβαν κυκλικές βόλτες στις αποβάθρες του λιμανιού, να φτάσει ως τη Γουόλ Στριτ κι αντίθετα ως τις παρυφές του Χάρλεμ, να αγοράσει στρώματα στην Τσάινατάουν, να πάει στα σινεμά, εκεί που ξενυχτούσε η άστεγη αλητεία βλέποντας πέντ’ έξι φορές το ίδιο έργο μέχρι να ‘ρθει το πρωί. Δεν πρόσεχε το συγκεκριμένο έπιπλο. Είχε αφαιρεθεί, βλέποντας το όμορφο σχέδιο του μπουφέ, βάδιζε και απολάμβανε την ατμόσφαιρα του δρόμου κι αφέθηκε στο αξεδιάλυτο ακόμα μυστήριο του ταξιδιού του για αγορές στην Αμερική.
Ανέβαινε την Μπρόντγουεϊ, σ’ ένα ανοιξιάτικο σούρουπο, που το ξύριζε ο κρύος αέρας από το Σέντραλ Παρκ, οι πολύχρωμες βιτρίνες με τα μικροέπιπλα είχαν ανάψει, τα διάσημα καταστήματα επίπλων και τα σινεμά-σύμβολα έλαμπαν κι είχαν ήδη σχηματιστεί οι πρώτες ουρές, όταν μια κολλαριστή αλλά ελκυστική γυναίκα, με αρχοντικό βάδισμα, μ’ ένα κίτρινο ταγέρ της τελευταίας ευρωπαϊκής μόδας κι ένα πακέτο είδη διακόσμησης πολυτελείας γνωστού οίκου στο δεξί της χέρι.
Έχω να πω ότι όποιος δεν έχει δει τα είδη διακόσμησης στην Λαφαγιέτ και τα σχέδια μπουφέδων στην Νέα Υόρκη, δεν έχει δει τίποτα, μόνο για αυτά αυτά αξίζει το ταξίδι στην Νέα Υόρκη