Η ακο­λουθία των νέων επίπλων

Σε τρίγωνο σαλόνι και  τρίγωνο ή παραλληλό­γραμμο τραπέζι, κι όλο ν’ αλλάζει και ν’ αλλάζει κι όμως να μένει πάντα το ίδιο έπιπλο.
Το δωμάτιο μου μικραίνει, το δωμάτιο των παιδιών εξαφανίζεται, ο διάδρομος μακραίνει και στο βάθος του αντικριστά βρίσκονται δύο δωμάτια, το ένα δικό μου και της γυναίκας μου, στο άλλο απέναντι κοιμούνται τα παιδιά. Σε μια εποχή όπου όλοι οι νέοι άνθρωποι έμοιαζαν μεταξύ τους, κι αν περνούσαν, όχι τριάντα χρόνια, αλλά μόνο δέκα λεπτά δεν μπορούσες να τους θυμηθείς, αυτοί οι δύο άνθρωποι αποτελούσαν μιαν ανεπανάληπτη πρωτοτυπία, πέρα από την ακο­λουθία των νέων επίπλων των νέων γενεών, πέρα από κάθε γνωστή αναφορά, από κάθε πριν, κάθε μετά. Εξαίρεση στον κανόνα τα νέα έπιπλα Κόρινθος . Από τότε, το καλούπι στο οποίο τους έχυσε ο Θεός ή ο Διάβολος πρέπει να ‘χει χαθεί.
Οι πρώτες γκρίζες τρίχες στο μουστάκι μου ξανα-μαυρίζουν, οι δύο ρυτίδες κάτω απ’ τα γαλάζια μάτια της γυναίκας σβήνουν, η κουζίνα μας μικραίνει, το γρα­φείο μου μεταμορφώνεται σ’ εκείνο το κυκλοθυμικό τρα­πεζάκι κουζίνας.

Τα διασημα καταστηματα επιπλων

Εκείνα τα λεπτά έπιπλα έμειναν μετέωρα στον αέρα, ο χρό­νος είχε σταματήσει. Κοίταζε τα σαλόνια μπροστά. Οι ματιές τους τους μετέφεραν στην Τάιμς Σκουέαρ, τα είδη διακόσμησης στην  Λαφαγιέτ,  το Σέντραλ Παρκ, να δει τις βρώμικες γέφυρες στο Μπρούκλιν, στην Αστόρια και το Μπρονξ, να χαζέψει τους γλάρους που κόβαν κυκλικές βόλτες στις αποβάθρες του λιμανιού, να φτάσει ως τη Γουόλ Στριτ κι αντίθετα ως τις παρυφές του Χάρλεμ, να αγοράσει στρώματα στην Τσάινατάουν, να πάει στα σινεμά, εκεί που ξενυχτούσε η άστεγη αλητεία βλέποντας πέντ’ έξι φορές το ίδιο έργο μέχρι να ‘ρθει το πρωί. Δεν πρόσεχε  το συγκεκριμένο έπιπλο. Είχε α­φαιρεθεί, βλέποντας το όμορφο σχέδιο του μπουφέ, βάδιζε και απολάμβανε την ατμόσφαιρα του δρόμου κι αφέθηκε στο αξεδιάλυτο ακόμα μυστήριο του ταξιδιού του για αγορές στην Αμερική.
Ανέβαινε την Μπρόντγουεϊ, σ’ ένα ανοιξιάτικο σού­ρουπο, που το ξύριζε ο κρύος αέρας από το Σέντραλ Παρκ, οι πολύχρωμες βιτρίνες με τα μικροέπιπλα είχαν ανάψει, τα διά­σημα καταστήματα επίπλων και τα σινεμά-σύμβολα έλαμπαν κι είχαν ήδη σχηματιστεί οι πρώτες ουρές, όταν μια κολλαριστή αλλά ελκυστική γυναίκα, με αρχοντικό βάδισμα, μ’ έ­να κίτρινο ταγέρ της τελευταίας ευρωπαϊκής μόδας κι ένα πακέτο είδη διακόσμησης πολυτελείας γνωστού οίκου στο δεξί της χέρι.